Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Φώκια, η ιστορία του Χρήστου

Αγαπημένα μου εγγονάκια θα σας διηγηθώ μια ιστορία από τότε που ήμουνα μικρή και τσαχπίνα.

Ζούσα κάποτε στο σπίτι ενός ψαρά και εκείνη η χρονιά ήταν πολύ δύσκολη, γιατί ο ψαράς δεν έβγαζε αρκετά ψάρια για να ταΐσει τα παιδιά του. Αλλά εγώ δεν το καταλάβαινα και ό,τι ψάρια έβγαζε τα έτρωγα εγώ.
Έτσι ο ψαράς τα χαράματα με έβαλε στην βάρκα του και ξανοίχτηκε στη θάλασσα και με παράτησε σε ένα ξερονήσι. Εγώ άρχισα να παίζω χαζοχαρούμενα με τις άλλες φώκιες και ούτε που πήρα είδηση πως η βάρκα έφευγε.
Όταν κατάλαβα πως η βάρκα είχε είδη φύγει βούτηξα και κολύμπησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Τελικά έφτασα πιο γρήγορα στο σπίτι του ψαρά και τον περίμενα μπροστά στην φωτιά στεγνώνοντας την γούνα μου.
Όταν γύρισε ο ψαράς στο σπίτι με ραγισμένη την καρδιά και μπήκε μέσα στην καλύβα με είδε να στρογγυλοκάθομαι κοντά στη φωτιά.
Ο ψαράς δεν έβγαζε ψάρια κι άντεξαν την πείνα λίγες μέρες ακόμα. Μετά ο ψαράς αλαλιασμένος αποφάσισε να δράσει πιο δυναμικά. Αυτή τη φορά ξανοίχτηκε πολύ βαθιά στη θάλασσα και με πέταξε στο νερό, μακριά από τις ακτές. Εγώ προσπαθούσα να γαντζωθώ από την κουπαστή με τα πτερύγια μου. Ο ψαράς νευριασμένος, με κοπάνησε μια με το κουπί, με αποτέλεσμα να μου το σπάσει. Έμπηξα κάτι τσιριχτά και χάθηκα μέσα στο νερό, που βάφτηκε κόκκινο από το αίμα μου.
Ο ψαράς γύρισε στην καλύβα του σαν κουρέλι. Εγώ που τόσο πολύ τους αγαπούσα, κολύμπησα με σπασμένο το πτερύγιό μου μέχρι την καλύβα του ψαρά. Έφτασα εκεί και φώναζα με υψωμένο το ματωμένο πτερύγιο. Όταν ο ψαράς βγήκε να δει τι συμβαίνει, είδε εμένα που σερνόμουνα μέχρι να φτάσω στην καλύβα. Με μάζεψε και και με φρόντισε.
Από τότε δεν με ξαναέδιωξαν και οι ψαριές ήταν ολοένα και καλύτερες.


Χρήστος

1 σχόλιο:

Γράφουμε μόνο με ελληνικούς χαρακτήρες.
Προσέχουμε αυτά που γράφουμε να μην είναι προσβλητικά.
Είναι ωραίο να είμαστε ευγενικοί!